Τετάρτη 27 Ιανουαρίου 2010

η τελεία ( μέρος β΄)

- Ωραία, τι λες η πρώτη μας ιστορία να έχει ήρωα της έναν καλλιτέχνη; Τον δικό σου καλλιτέχνη, τον ξέρεις καλύτερα από όλους άλλωστε.


- Θες να μιλήσω για το ημερολόγιο;

- Γιατί όχι, έτσι δεν ξεκινήσαμε; Από εκεί δεν βγήκες; Όσα ξέρεις γι’ αυτόν, ίσως μας βοηθήσουν να γράψουμε μια ιστορία για τη δύναμη της αλήθειας.

- Ξέρω ότι τα πρώτα του έργα του δεν ήταν τόσο πετυχημένα, όμως όλοι του λέγανε πως ήταν καταπληκτικά.

- Τι θα έλεγες να αλλάξουμε λίγο την ιστορία και ο ήρωας μας να είναι μουσικός και να ζει σε μια μεγαλούπολη.

- Μπα, προτιμώ ζωγράφος. Σήμερα τουλάχιστον και η πιο αστεία σύνθεση μπορεί να γίνει μεγάλη επιτυχία, τι νόημα έχει να πεις την αλήθεια εκεί, αφού και ο ίδιος ο δημιουργός τη γνωρίζει. Αυτό βέβαια είναι άλλο θέμα, να λες ψέματα στον εαυτό σου για να μη νιώθεις ότι έχασες την πορεία σου. Σ΄ αυτή την περίπτωση τα ερωτηματικά γίνονται θαυμαστικά και οι τελείες εξαφανίζονται και παρακάμπτονται από συνεχόμενα, κουραστικά και πολύ φιλόδοξα κόμματα.

- Ωραία, ζωγράφος λοιπόν.

- Οι πίνακες του είναι σίγουρα καλοδουλεμένοι αλλά τους λείπει κάτι.

- Ναι, η γοητεία. Τους λείπει η ψυχή.

- Όλοι τον θαυμάζουν και δεν αντιλαμβάνονται αυτή την έλλειψη.

- Ωστόσο, αυτός δεν είναι τελείως ικανοποιημένος, κάτι τον προβληματίζει, δε θέλει όμως να το παραδεχτεί.

- Οι μόνοι που νιώθουν τι λείπει είναι η κοπέλα του και ο καλύτερος του φίλος από τη Σχολή.

- Πράγματι, αυτοί έχουν δει την ψυχή του και γνωρίζουν τι μπορεί να κάνει. Σε τι καλλιτεχνικά ύψη μπορεί να φτάσει.

- Τι λες πάμε να τους παρακολουθήσουμε;

- Γιατί όχι;

- Αμπρούσκα-καμπρούσκα και μέσα στην ιστορία...



«-Είσαι αμίλητη από την ώρα που ήρθα. Πες μου τι τρέχει πριν εμφανιστεί ο Νίκος με τους πίνακες που ζήτησα να δω. Μαλώσατε;

-Όχι, όχι δε συμβαίνει τίποτα. Ιδέα σου είναι, είμαι μια χαρά.

-Σας ξέρω καλά και τους δύο Μαρία, είμαστε μαζί από παιδιά και αυτή η φλέβα που πετά στο μέτωπο σου όποτε είσαι στεναχωρημένη πάντα σε προδίδει. Δε με ξεγελάς.

- Αδιόρθωτε Μιχάλη, τίποτα δε σου ξεφεύγει. Ο Νίκος είναι πάντα σοβαρός, η επιτυχία τον απομακρύνει από μένα και από ........άστο.

- Από ποιο;





- Από την τέχνη του. Είναι σαν να πλαστογραφεί τον εαυτό του.

- Θα τον βοηθούσε να ξέρει την άποψη σου . Του μίλησες;

-Πόσοι δεχόμαστε την αλήθεια και θέλουμε πραγματικά να ξέρουμε τι σκέφτονται ή τι νιώθουν οι άλλοι για μας; Είχα αποφασίσει να του το πω αλλά εδώ και ένα μήνα παλεύει να κάνει ένα πορτρέτο μου και η κατάσταση χειροτέρεψε.

-Γιατί, δεν μπορεί να ζωγραφίσει τη μικρή φλεβίτσα που πετάγεται στο μέτωπο σου;

- Όχι αυτή δεν την έχει ζωγραφίσει καν. Το χειρότερο είναι ότι δεν μπορεί να ζωγραφίσει τα αισθήματα του για μένα. Αυτό που ζωγραφίζει είναι ένα τέλειο είδωλο αλλά ψυχρό και ανέκφραστο.

- Κατάλαβα και αυτό σε πληγώνει. Ο ίδιος τι λέει;

- Καταλαβαίνει ότι κάτι λείπει αλλά τα βάζει μαζί μου και λέει ότι είμαι ανέκφραστη και ότι είναι δική μου η ευθύνη που δεν μπορώ να τον εμπνεύσω.

-Μμμμμ. Αν είναι έτσι, τότε αυτό το κάνει ακόμη πιο δύσκολο να πεις την αλήθεια. Είναι φανερό ότι δε θέλει να την ακούσει, άσε να τη βρει μόνος του.

- Αν τη βρει, και αν είμαι εκεί για να χαρώ μαζί του.



-Τα είδες που στα έλεγα, επιλέγουν να μην πουν την αλήθεια.

- Φοβούνται τελεία μου και έχουν δίκιο. Δεν αντέχουν όλοι την αλήθεια. Συμφωνώ ότι πρέπει να τη βρει μόνος του.

- Μα τότε θα έχει χάσει όσους αγαπά και θα μισήσει την τέχνη του. Εγώ λέω να τους βάλουμε να πούνε όσα νιώθουν και να προλάβουν πριν χαθούν τα πάντα.

- Διαφωνώ αλλά αφού είναι η πρώτη ιστορία θα σου κάνω το χατίρι, πάμε να τους δούμε;



- Σταμάτα, έρχεται.

- Λοιπόν Μιχάλη, σου έφερα να δεις αυτά που έκανα τελευταία. Είμαι πολύ ευχαριστημένος, όλοι γράφουν καλές κριτικές και σύντομα θα κάνω μια νέα έκθεση. Τα έργα μου έχουν μεγάλη ζήτηση και είμαι σίγουρος ότι και αυτά θα πουληθούν γρήγορα και σε καλή τιμή.

- Ναι, ναι πράγματι τεχνικά είναι άψογα.

- Μόνο αυτό έχεις να πεις; Κατάλαβα σε ενοχλεί το πορτρέτο της Μαρίας, το πρόσεξες και εσύ, ε; Είναι πολύ ψυχρό. Έχεις δίκιο της το είπα και εγώ, όταν ποζάρει είναι τόσο παγωμένη.

Ο Μιχάλης αφού κοιτά τη Μαρία συγκαταβατικά αναπνέει βαθιά και λέει << δε φταίει μόνο το μοντέλο>>.

Ο Νίκος σοβαρεύει και τον κοιτά σκύβοντας μπροστά του,

-Τι εννοείς;

- Κοίταξε Νίκο, θυμάσαι τότε στη σχολή που μας έλεγαν ότι πρέπει να βάζουμε στο έργο μας όχι μόνο ό, τι βλέπουμε αλλά κυρίως αυτό που μας κάνει να αισθανόμαστε αυτό που βλέπουμε;

-Θυμάμαι και λοιπόν;

Ο Μιχάλης ξαναπαίρνει βαθιά ανάσα και σα να είναι η τελευταία λέει :

- Ήσουν ο μόνος που το κατάφερνε τότε, τώρα πλέον τα έργα σου είναι τόσο άψογα αλλά δεν έχουν τίποτα δικό σου, δεν έχουν τα αισθήματα σου και είναι ψυχρά γιατί αρνείσαι να τα δεις μέσα από την καρδιά σου.

Για λίγη ώρα επικρατεί σιωπή. Ο Νίκος κοιτά με γουρλωμένα μάτια και τους δύο και σχεδόν ουρλιάζοντας στρέφεται στο Μιχάλη που κοιτά το ποτήρι του.

- Ζηλεύεις, αυτό είναι ζηλεύεις γιατί εγώ πέτυχα και συ όχι, είσαι ένας μικρός, άσημος ζωγράφος που δεν μπορεί να ζήσει από την τέχνη του. Ζηλεύεις γιατί σπάνια ασχολούνται με σένα οι εφημερίδες και οι κριτικοί. Δεν μπορείς να το αντέξεις αυτό, έτσι δεν είναι;

- Δε θυμώνω μαζί σου ,αλήθεια, σε ξεγελά ο εγωισμός και σε κάνει κουφό και τυφλό μαζί, αλλά δεν μπορώ να είμαι πια φίλος σου ,όλοι πήραμε την αλήθεια μας σήμερα, αλλά η διαφορά μας είναι ότι εγώ δε μετανιώνω, χάρηκα που έμαθα τι πραγματικά νομίζεις για μένα και δεν είναι αυτό που με ενοχλεί, αλλά το ότι εσύ δεν ήθελες να μάθεις τι πραγματικά πιστεύω εγώ για σένα, επιτρέψτε μου λοιπόν να φύγω.





-Περίμενε, ίσως χρειαστεί να φύγω και εγώ μαζί σου. Νίκο, μίλησες σκληρά αλλά να ξέρεις ότι και εγώ συμφωνώ μαζί του, λυπάμαι που σου είναι δύσκολο να το ακούς αλλά το πορτρέτο μου δεν μοιάζει γυάλινο γιατί εγώ είμαι ψυχρή αλλά γιατί έχεις βγάλει από την καρδιά σου κάθε αίσθημα και έχεις αφήσει μέσα τον εγωισμό του καλλιτέχνη, έχει πλημμυρίσει την καρδιά σου η δήθεν επιτυχία πνίγοντας όλα τα άλλα.

Ο Νίκος με τρεμάμενη φωνή απαντά :

-Δήθεν επιτυχία; Τι είναι όλο αυτό, κάποια συμφωνία εναντίον μου; Φύγε, φύγετε και οι δύο, δε θέλω να βλέπω κανένα σας.

Η Μαρία και ο Μιχάλης αποχωρούν μέσα στη νύχτα, θα περάσουν δύο χρόνια μέχρι να ξαναδούν το Νίκο, ο οποίος εκείνο το βράδυ κατέστρεψε όλους τους πίνακες που είχε κάνει το τελευταίο διάστημα και νιώθοντας προδομένος από όσους αγαπά μάζεψε λίγα πράγματα και αποφάσισε να ταξιδέψει μακριά. Πήρε λίγα ρούχα και τα πινέλα με τις μπογιές του. Στην αρχή δεν ήξερε που να πάει, τα λόγια του Μιχάλη όσο και να τον εκνεύριζαν δεν μπορούσε να τα ξεχάσει. Στα δωμάτια που έμενε στα διάφορα μέρη που επισκεπτόταν προσπαθούσε να ζωγραφίσει, να εκφράσει τη θλίψη του αλλά μόλις έπιανε το πινέλο αισθανόταν ντροπή για όσα ζωγράφιζε, όσο και αν δεν το παραδεχόταν υπολόγιζε πάντα τα λόγια του Μιχάλη και ένιωθε αυτά τα λόγια να κρίνουν κάθε γραμμή που χάραζε, να περιγελούν κάθε χρώμα που διάλεγε και να χλευάζουν όποιο θέμα επέλεγε να ζωγραφίσει. Έτσι έπαψε να ζωγραφίζει. Το ταλέντο του βυθίστηκε σε λήθαργο και περίμενε κάποια δική του άνοιξη για να ξυπνήσει. Ταξίδεψε σε όλα τα μέρη με πλούσιο πολιτισμό και χάζεψε τα έργα παλιότερων ζωγράφων, επισκέφτηκε μουσεία και μπήκε νοερά μέσα στους κύκλους και στις ευθείες έργων τέχνης που είχε μελετήσει μόνο στα βιβλία τα χρόνια που σπούδαζε. Για μικρά διαστήματα βοηθούσε στα εκπαιδευτικά μαθήματα των μουσείων, δείχνοντας σε παιδιά πως να ζωγραφίζουν, ανακάλυπτε μέσα από τη δική τους αθωότητα πως είναι να κοιτάς τον κόσμο από την αρχή και πόσο μαγικό είναι να τον γνωρίζεις χωρίς να θεωρείς τίποτα δεδομένο και κυρίως την αγάπη όσων έχεις δίπλα σου.

Κάποια στιγμή σε ένα από τα ταξίδια του, έπεσε μια εφημερίδα στα χέρια του και ήταν εκεί η φωτογραφία του Μιχάλη, μπροστά σε μια σειρά από κατασκευές, οι κριτικές διθυραμβικές και ο Μιχάλης χαρούμενος και περήφανος. Τώρα κατάλαβε πόσο ανόητα είχε φερθεί, δεν μπορούσε να συγχωρήσει ακόμη το Μιχάλη για τον ωμό τρόπο που είχε διαλέξει να του πει την αλήθεια αλλά το ήξερε πια ότι ο Μιχάλης είχε δίκιο, το λάθος του ήταν ότι είπε όσα πίστευε χωρίς να τα ωραιοποιήσει και έπεσαν πάνω στον τοίχο της δικής του αλαζονείας αλλά εκείνος τί είχε κάνει; είπε ψέματα. Πάντα τον αγαπούσε το Μιχάλη και τον θαύμαζε, ήξερε ότι μια μέρα θα έφτανε ψηλά, ότι ήταν θέμα χρόνου να πετύχει και τώρα τι έγινε χαιρόταν εκεί στα κρυφά για την επιτυχία του φίλου του και τον είχε χάσει, όπως και τη Μαρία.

Έκανε ότι δε τη θυμόταν, ότι δεν μπορούσε να τη συγχωρήσει που δε του στάθηκε αλλά όσο και να προσπαθούσε να ξεγελάσει τον εαυτό του δεν περνούσε ούτε μια μέρα που να μη σκέφτεται το γέλιο της και τα μάτια της. Ούτε κατάλαβε πώς έπιασε ξανά το πινέλο και άρχισε να τη ζωγραφίζει όπως τη θυμόταν, όπως την είχε μέσα στην καρδιά του. Στην αρχή έφτιαξε το περίγραμμα της δειλά για να έχει κάτι δικό της, να τη θυμάται. Σιγά, σιγά άρχισε να προσθέτει μικρά κομμάτια της που θυμόταν. Όταν πρόσθεσε μια μικρή φλεβίτσα στο μέτωπο, τον πήραν τα κλάματα. Ήταν εκεί και δεν την έβλεπε τόσο καιρό. Ο τελευταίος πίνακας που είχε καταστρέψει πριν φύγει ήταν το πορτρέτο της, τώρα κατάλαβε γιατί δεν είχε πονέσει ούτε στιγμή που κατέστρεφε κάτι τόσο προσωπικό της, γιατί ήταν ξένο σε αυτήν και δεν είχε ουσιαστικά τίποτα δικό της, τίποτα από τη ζεστασιά της, τίποτα από την φλόγα των ματιών της. Και αυτός ο ανόητος την κατηγορούσε ότι ήταν ψυχρή και ανέκφραστη. Είχε σχεδόν τελειώσει από καιρό το πορτρέτο της αλλά δεν μπορούσε να αποφασίσει τι να βάλει ως φόντο. Είχε σχεδόν τελειώσει και το ταξίδι του, ένα μέρος έμενε μόνο να επισκεφτεί.

Υπήρχε ένας ζωγράφος που πάντα τον γοήτευε, έζησε για να ζωγραφίζει και ενώ δεν έγινε διάσημος για όσα ζωγράφιζε και πέρασαν πολλά χρόνια μέχρι να τον ανακαλύψουν οι σοφοί του τόπου και να τον αποκαλέσουν δάσκαλο τους, αυτός επέμενε να ζωγραφίζει παντού και ας τρέχανε πίσω του τα παιδιά και τον κορόιδευαν.

Ζωγράφιζε πάνω σε κάθε δυνατή επιφάνεια, δεν είχε ανάγκη από χαρτί ή τελάρο, τον αρκούσε ο τοίχος ενός καφενείου ή η κουφάλα ενός δέντρου για να εκφράσει όσα έβλεπε με τα μάτια της ψυχής του. Το όνομα του ήταν Θεόφιλος και η ψυχή του έμοιαζε με μικρού παιδιού. Οι ζωγραφιές του είχαν ήρωες και πριγκίπισσες και το φόντο του ελληνικό, το βαθύ γαλάζιο.



Αυτό το φόντο επέλεξε να βάλει και ο Νίκος στο πορτρέτο της Μαρίας και αφού ολοκλήρωσε το μεγάλο του ταξίδι αποφάσισε ότι ήρθε η ώρα να γυρίσει στη δική του Ιθάκη. Περίμενε για ώρα έξω από το σπίτι της Μαρίας, ένα από εκείνα τα όμορφα ανοιξιάτικα βράδια που όταν αρχίζει να βρέχει ξεχνά να σταματήσει. Τότε βρίσκουν ευκαιρία όλα τα αρώματα της γης για να αναδυθούν και να παλέψουν τη βροχή μήπως και ξεχάσουν οι άνθρωποι ότι είναι Άνοιξη και κλείσουν τις καρδιές και τις αισθήσεις τους. Όταν την είδε δεν είπε τίποτα, την πλησίασε με χαμηλωμένο βλέμμα και της άφησε το πορτρέτο στο κεφαλόσκαλο του σπιτιού της, ψιθύρισε κάτι σα συγγνώμη και στράφηκε να φύγει αφού την κοίταξε στα κλεφτά. Η Μαρία κάρφωσε το βλέμμα στο πορτρέτο και δεν χρειάστηκε να σκεφτεί αν έπρεπε να τον συγχωρέσει, ήταν όσα ήθελε να δει από το Νίκο τόσο καιρό και δεν έβλεπε. Αγκαλιάστηκαν σιωπηλά για ώρα και μετά μπήκαν στο σπίτι, είχαν τόσα πολλά να πουν οι δυο τους...»

-Σε συγχωρώ για τα αποσιωπητικά και νομίζω ότι είχα δίκιο για την αλήθεια, είναι ο πιο δύσκολος δρόμος αλλά ο πιο ασφαλής

- Ναι, εδώ είχες δίκιο μικρή μου τελεία, για να δούμε θα σηκώσει την αλήθεια σου και η παρακάτω ιστορία;

- Ας δούμε λοιπόν.

- Αμπρούσκα-καμπρούσκα και μέσα.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

παιδικές ζωγραφιές

ο κόσμος των παιδιών είναι ο μαγικός κόσμος που όλοι ψάχνουμε!